Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Περιπέτειες καθημερινής τρέλας



Πολλές φορές οι λεπτομέρεις κάνουν τη διαφορά. Και επειδή στη ρημάδα τούτη έκταση που ονομάζουμε Ελλάδα όλα τον τελευταίο καιρό πάνε κατά διαόλου, το μόνο που μας έχει απομείνει είναι η ανθρωπιά μας. Μάρτυρας υπέρτατης ευγένειας, αλτρουισμού και αισθήματος κοινωνικής ευθύνης, στάθηκα το τελευταίο τριήμερο στο αστυνομικό τμήμα Ομονοίας, στο οποίο με τόσο δόλιο και κακόβουλο τρόπο με έριξε η μαύρη η μοίρα μου τον Απρίλιο που μας πέρασε, έπειτα από το σπάσιμο του μπροστινού παραθύρου του αυτοκινήτου μου και τη βίαιη αρπαγή της τσάντας μου. Το συμβάν έλαβε χώρα στη περιοχή του σταθμού Λαρίσης και μεταξύ των κλαπέντων αντικειμένων ήταν και το διαβατήριό μου (νέου τύπου παρακαλώ, από αυτά με το τσιπάκι). Τότε θυμάμαι πέρασα τέσσερις ώρες στην ασφάλεια Ομόνοιας για να καταφέρω να δηλώσω την κλοπή. Αλλά όλοι οι υπάλληλοι του τμήματος ήταν αν μη τι άλλο ευγενέστατοι.
Για να μπορέσω λοιπόν να βγάλω καινούριο διαβατήριο, έπρεπε να παραλάβω από το ίδιο αστυνομικό τμήμα μια βεβαίωση η οποία να αναφέρει πως μετά την πάροδο κάποιου διαστήματος, οι προσπάθειες για την ανεύρεση του διαβατηρίου μου προέβησαν άκαρπες. Την Πέμπτη το πρωί λοιπόν τηλεφώνησα στον αρμόδιο υπάλληλο και το ίδιο απόγευμα επισκέφτηκα την υπηρεσία για να παραλάβω το σχετικό έγγραφο. Μόλις ανέβηκα στο γραφείου του αξιωματικού υπηρεσίας αντίκρυσα την πόρτα κλειστή, καμιά δεκαριά άτομα απ'έξω να περιμένουν και καμιά εικοσαριά κρατούμενους μέσα με αντίστοιχο σε αναλογία αριθμό οργάνων της τάξης να τους περιφυλάνε. Οι έξω του γραφείου παρευρισκόμενοι περίμεναν πάνω από 6 ώρες για να μπορέσουν να δηλώσουν πως υπήρξαν θύματα κλοπής. Έφυγα μόλις αντίκρυσα το θλιβερό θέαμα και ξαναγύρισα μετά από 2 ώρες όπου επικρατούσε ξανά το ίδιο σκηνικό. Αποφάσισα να ξαναεπισκεφθώ το τμήμα την επόμενη μέρα.
Ξανά 3ος όροφος, ξανά άνθρωποι έξω από το γραφείου και ξανά άλλοι είκοσι μέσα. Ακολουθούν οι κάτωθι διάλογοι:

-Μπορώ να παραλάβω μια βεβαίωση κλοπής? ρωτάω έναν εικοσιδυάχρονο όργανο της ασφάλειας. (Για λόγους συντομίας θα τους αποκαλώ ασφαλίτες ή μπασκίνες)
-Μετά, μου αποκρίνεται.
-Μα είναι έτοιμο, του απαντάω.
-Μπαμ, η πόρτα κλείνει μπροστά στα μούτρα μου.
Αναμονή....
Περνάει κάποιος άλλος...
-Φίλε μου, επειδή έρχομαι από μακριά, μπορώ να....
-Περίμενε, δε βλέπεις πως έχουμε δουλειά εδώ?
Ξανακλείνει η πόρτα. Στο μεταξύ ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ,περίπου στα 85, χτυπάει τη πόρτα.
-Μπορούμε να περάσουμε? τον ρωτάνε
-Όχι, τους απαντάει
-Μια καρέκλα για να κάτσουμε? ρωτάνε οι άνθρωποι τρεκλίζοντας
-Κάτσε στα σκαλιά παππού, απαντάει ο σεβάσμιος ασφαλίτης και κλείνει τη πόρτα.
Άλλο ηλικιωμένο ζευγάρι, τουριστών αυτή τη φορά, ζυγώνει και χτυπάει τη πόρτα. Τον άνθρωπο τον είχανε κλέψει στο κέντρο της Αθήνας και του είχαν πάρει τα πάντα, κάρτες, μετρητά, ταυτότητες, διαβατήρια. Η πόρτα άνοιξε αλλά αυτή τη φορά είχε αλλάξει η υποδοχή. Μια κοπελιά και ένας μαντράχαλος γύρω στα δύο μέτρα μπόι με βροντερή φωνή.
-Τι θέλετε?
-Μας κλέψανε και θέλουμε να δηλώσουμε τη κλοπή.
-Σε τρεις ώρες ή αύριο το πρωί. Απαντάει ο μπασκίνας.
-Μα..., τόλμησε να πει ο τουρίστας.
-Let the door, let the door, έβαλε φωνή ο ασφαλίτης, μια φωνή που έιχα να ακούσω από το στρατό. Ο τουρίστας απόρησε, μας κοίταξε έντρομος, ντράπηκα. Η Θ. τον συμβούλεψε να πάει στο τμήμα της Ερμού μήπως και βρει πιο ανθρωπινη μεταχείριση.
Τέτοιοι διάλογοι ακούστηκαν πολλές φορές και έμεινα εμβρόντητος να κοιτάζω τους ασφαλίτες, που κατά τ'άλλα εμείς τους πληρώνουμε, να φέρονται στους απλούς πολίτες λες και ήταν οι χειρότεροι εγκληματίες. Και τι να τους πεις εκείνη τη στιγμή φοβούμενος μήπως και σε μπουζουριάσουν με καμιά γελοία δικαιολογία. Ένας μόνο από αυτούς ήταν πραγματικά αξιόλογος μιας και την ώρα που διέβαινε την πόρτα του γραφείου τον παρακαλέσαμε να μας δώσει μια απάντηση για το αν πρέπει να περιμένουμε μπας και κάνουμε δουλειά ή να φύγουμε. Ο άνθρωπος μας εξυπηρέτησε αμέσως όλους δίνοντας στους περισσότερους αρνητικές απαντήσεις. Έφυγα άπρακτος το βράδυ κατά τις δέκα και μισή από κει και το Σάββατο το πρωί τους πήρα τηλέφωνο, απαιτώντας αυτό που ως πολίτης έχω δικαίωμα: Να εξυπηρετηθώ. Αφού διαπληκτιστήκαμε κάμποση ώρα κατάφερα να πάρω την υπόσχεση από μέρους τους πως τη Κυριακή το πρωί θα πάρω τη βεβαίωση κλοπής. Κι έτσι έγινε.
Τέλος καλό όλα καλά θα μου πείτε. Δεν είναι καθόλου έτσι όμως. Για να κάνω μια δουλειά 3 λεπτών κατέβηκα στο κέντρο τρεις φορές, δίνοντας 10 ευρώ τη φορά για πάρκινγκ, 20 ευρώ βενζίνης και καταπονώντας τον εαυτό μου σωματικά αλλά κυρίως ψυχικά. Πώς θα αποζημιωθώ εγώ και κάθε άλλος πολίτης που τραβάει τα ίδια κάθε μέρα και έχει να αντιμετωπίσει πέρα από το δυσάρεστο γεγονός που του συνέβη και την αδιαφορία και αγενή συμπεριφορά των μπασκίνων? Δε μπορεί να αποζημιωθεί κανείς παιδιά. Απλά να εύχεστε να μη σας συμβεί κάτι παρόμοιο. Και αν σας συμβεί είναι φρονιμότερο να μην κάνετε καμιά ενέργεια παρά να μπείτε σε τρελές περιπέτειες. Όσο για τους τουρίστες που προτιμήσαν τη πόλη μας φθινοπωριάτικα, σίγουρα οι διηγήσεις τους μόλις επιστρέψουν στις χώρες τους θα αμαυρώσουν κι άλλο την είδη κακή εικόνα της Ελλάδας. Πληγωμένος, οργισμένος αλλά κυρίως νευριασμένος πάω στη δουλειά μου σήμερα το πρωί για να κάνω αυτό που ξέρω να κάνω. Να δουλέψω για να ταϊσω αυτούς που δε με σέβονται.

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Le Chocolat



Ο Σοκολατοποιός του Schogt Philibert, είναι ένα βιβλίο που είχα διαβάσει πριν τρία χρόνια περίπου και περιέγραφε τη μαγική σχέση ενός φιλόδοξου νεαρού ζαχαροπλάστη με τη σοκολάτα. Αν και οι λέξεις δε μπορούσαν να περιγράψουν τα συναισθήματα που ένιωθε ο ήρωας του βιβλίου μόλις γεύτηκε πρώτη φορά μία μπάρα μαύρης αληθινής σοκολάτας, ωστόσο με έκανε να θέλω μανιωδώς να γευτώ κάτι ανάλογο.
Μετά από αναζητήσεις στο κέντρο της Αθήνας εντόπισα τρία καταστήματα που ειδικεύονται στη σοκολάτα. Το Luxor στην Εμμανουήλ Μπενάκη (απέναντι από το Metropolis), το Αριστοκρατικόν και το Le Chocolat, και τα δύο στην Καραγιώργη Σερβίας (πίσω από τη παλιά Βουλή).
Έχω δοκιμάσει σοκολάτες και από τα τρία. Και των τριών οι τιμές βέβαια αγγίζουν το εξωπραγματικό, γεγονός που καθιστά τη μικρή αυτή απόλαυση πολυτέλεια. Αξίζει όμως που και που να δαπανήσεις ένα μικρό ποσό για να φτάσεις στο σοκολατένιο παράδεισο.
Την Παρασκευή το βράδυ διαβήκαμε με τη Θ. τη πύλη του Le Chocolat. Οι μυρωδιές που αναδύονταν από μέσα ήταν κάτι που δε περιγράφεται με λόγια. Πρέπει να το ζήσεις. Σοκολατάκια με διπλή πραλίνα, με βύσινο, με ολόκληρο φουντούκι, με δημητριακά, λευκά, μάυρα, καφέ, όλα εκεί μας περίμεναν να τα επιλέξουμε. Ένα μικρό κουτάκι με δέκα τεμάχια ήρθε στα χέρια μας, ενώ για αντάλλαγμα, 19.65 € έφυγαν από την τσέπη μας και προσγειώθηκαν στα χέρια της πωλήτριας. Άξιζε το κόπο? Δείτε τις εικόνες και βγάλτε τα συμπεράσματά σας.







Στο site του Le Chocolat, http://chocolat.com.gr, μπορείτε να απολαύσετε ολόκληρη τη γκάμα γλυκών που αντικρύσανε τα μάτια μας...Καλό ταξίδι στη γεύση..

Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

Breakfast at Tiffany’s



"Tο πρωί τρώγε σαν βασιλιάς, το μεσημέρι σαν άρχοντας και το βράδυ σαν ζητιάνος" λέει ο λαός. Και όπως πάντα ο λαός έχει δίκιο. Εσείς λοιπόν τι πρωινό τρώτε; Πλούσιο ή φτωχό, υγιεινό ή μη, αμερικανικού η γαλλικού τύπου; Και επιπλέον πού το τρώτε; Στο σπίτι, στο γραφείο, στο αυτοκίνητο; Γιατί τα ρωτάω όλα αυτά; Γιατί μου αρέσει πολύ η διαδικασία του πρωινού αλλά δυστυχώς δε μπορώ να το γευτώ όπως θέλω. Γιατί; Γιατί δεν έχω χρόνο. Οπότε περιορίζομαι, όπως και οι περισσότεροι από εσάς πιστεύω, σε ένα καφέ του τύπου φραπέ ή φρέντο και κουλουράκι ή τυρόπιτα. Και αυτά καταναλώνονται στο αυτοκίνητο, γεγονός που δεν κάνει ιδιαίτερα εύκολη την οδήγηση, μιας και το polάκι μου μοιάζει ρημάδι,μετά την κατάπωση του βιαστικού αυτού πρωινού, αφού έχει γεμίσει ψίχουλα, στάχτες και οτιδήποτε ζελατινοειδές και χαρτοειδές μπορείτε να φανταστείτε.
Έβλεπα προχτές λοιπόν στο ΣΚΑΙ την αμερικανική εκπομπή Top Chef. Πήγανε τους παίχτες να διαγωνιστούν σε ένα εστιατόριο στη Νέα Υόρκη που έφτιαχνε μόνο πρωινά. Τα αυγά δίνανε και πέρνανε, σε κάθε είδους παραλλαγή, ομελέτα,scrumbled, μάτια, βραστά, με μπέικον, με τα πάντα.



Το είδα και το ζήλεψα. Μου άρεσε. Φαντάστηκα τέτοια καταστήματα στη χώρα μας. Να κάθεσαι με τους συναδέλφους και να λες πράγματα άσχετα με τη δουλειά και να απολαμβάνεις ένα πλήρες πρωινό. Με γαλλικό καφέ, φρυγανισμένο ψωμί, κρουασάν, αυγουλάκια. Κατόπιν θα ξεκινάς την εργασία σου γεμάτος ενέργεια και δύναμη. Αλλά φευ. Η νοοτροπία μας δεν είναι για τέτοιου είδους καταστάσεις. Άσε που διάβασα μια ερευνα του πανεπιστημίου του Αμπερντίν η οποία έλεγε πως το πολύ ζεστό και φορτωμένο με θερμίδες πρωινό (βλέπε το αμερικάνικο) μπορεί να προκαλέσει σε μεγάλο ποσοστό καρκίνο του οισοφάγου. Το καλύτερο πρωινό, λένε οι επιστήμονες, είναι αυτό που συνδυάζει φρούτα, δημητριακά και γαλατάκι. Δυστυχώς για μένα, μόνο φρουτάκια μπορώ να φάω και αυτά σε κάποιες συγκεκριμένες στιγμές, όχι πρωί πρωί.
Οπότε μένω με τη γλυκιά νοσταλγία του καταστήματος της Νέας Υόρκης και με την υπόσχεση στον εαυτό μου πως τα Σαββατοκύριακα, που υπάρχει χρόνος, θα φτιάχνω μόνος μου ένα πλήρες πρωινό. Προς το παρόν μένω με το φραπεδάκι και το ωμό τοστάκι μου.