Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Στο φούρνο...




Καλημέρα αγαπητοί φίλοι.Η ώρα είναι 7.30 το πρωί και μένα μου ήρθε στα καλά καθούμενα να γράψω για τους φούρνους ή πιο ελληνιστί "αρτοποιεία".Και αυτό γιατί σε λίγο θα ντυθώ και θα κάνω την εξόρμησή μου στο φούρνο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο σπίτι μου για να προμηθευτώ ζεστό ψωμάκι, άντε και καμιά τυροπιτούλα γιατί ειναι και Σάββατο και βαριέμαι να ετοιμάζω πάλι τοστάκια για πρωινό.Η αλήθεια είναι πως δε θέλω να πάω στο φούρνο αυτόν.Δε ξέρω, μου δημιουργεί κάποιο πρόβλημα, κάποια αμηχανία όταν μπαίνω μέσα.Αλλά αυτό θα σας το εξηγήσω στη συνέχεια.
Η σχέση μου με τα αρτοποιεία ξεκίνησε το 1982-3, όταν ήμουν 4 ή 5 και η μητέρα με έστελνε να της πάρω ψωμί.Τότε μέναμε Σεπόλια ακόμα και τα 150 μέτρα που έκανα για να πάω να αγοράσω το πολυπόθητο αγαθό μου φαινότανε μεγάλη περιπέτεια.Η κυρία που λειτουργούσε το κατάστημα αν και ευτραφής και κατέxoντας πολλά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να τη κάνουν μια πετυχημένη επαγγελματία, διέθετε ένα ιδιαίτερο που εμένα με ενοχλούσε αφάνταστα.Είχε ξινόφατσα. Ναι φίλοι μου. Έμπαινα στο μαγαζί της με την παιδική μου αθωότητα και τη φωνούλα μου και ούτε καλημέρα δε μου έλεγε και ούτε με κέρναγε και κανά κουλουράκι, από κείνα που με τόσο μεράκι είχε στοιβάξει σε ένα ταψί μπροστά στον πάγκο. Πήγαινα σπίτι απογοητευμένος. Άσε που και το ψωμί της μου φαινότανε κάθε φορά πιο μικρό.
Μεγαλώνοντας ο αδερφός μου, κατάφερα να πείσω τη μάνα να της φέρνει ο μικρός ψωμί από τον άλλο φούρνο που βρισκόταν δίπλα στα σχολεία. Έτσι λοιπόν για μια δεκαετία περίπου η σχέση μου με το ψωμί περιορίστηκε στο ότι αυτό υπήρχε κι εγώ το έτρωγα. Δεν είχαμε περαιτέρω πάρε δώσε. Όντας φοιτητής στη Θεσσαλονίκη και τρώγοντας σχεδόν πάντα έξω, δε πήγα στο φούρνο παρά μόνο σε κάποιες ιδιαίτερες περιπτώσεις,όπως όταν με επισκέπτονταν οι γονείς. Τώρα όμως? Τώρα που μένω μόνος πρέπει να υπάρχει ψωμί στο σπίτι.Και ο φούρνος είναι ακριβώς δίπλα.Και το πρόβλημα που αντιμετωπίζω είναι το εξής: Οι 2 φουρνάρισσες...Μάνα και κόρη.
Η μάνα, πιο παλιά στο κουρμπέτι και ξέρωντας τα μυστικά της δουλειάς έχει φροντίσει να μονοπωλήσει την αγορά ψωμιού στην Πετρούπολη με το να ξέρει κάθε πελάτη με το μικρό του όνομα,να τον ρωτάει για την οικογένεια, να τον προμηθεύει πέρα από άρτο και με διάφορα κουτσομπολιά κλπ κλπ.Ξέρετε πως είναι αυτά..Ας γυρίσουμε όμως σε μένα.2 φορές που με εξυπηρέτησε η μάνα και αφού με χαιρέτησε ευγενέστατα με έβαλε να απαντήσω στις κάτωθι ερωτήσεις:
  • Μακριά η κοντή? "Κοντή"
  • Με σουσάμι η χωρίς? "Με"
  • Μαλακιά ή ξεροψημένη? "Ξεροψημένη"
  • Αυτή σας αρέσει? "Καλή είναι"
  • ΄Η μήπως θέλετε αυτή? "Βάλτε όποια να'ναι δε πειράζει"
  • Θα σας βάλω αυτή που είναι και τροφαντή τροφαντή "---"

Αυτοκίνητο να παράγγελνα πιο λίγες ερωτήσεις θα μου κάνανε.Η πεμπτουσία όμως της εξυπηρέτησης έρχεται από την κόρη.Προσπαθώντας να μοιάσει στη μάνα και να γίνει φιλική με το κοινό,τσιρίζει. Ναι, τσιρίζει πολύ. "Γειάαααααααααα σαςςςςςς...Τι θα πάαααααααρετεεεεεεεεεε?" Και ακολουθεί η προαναφερθείσα στιχομυθία καταλήγωντας στο να λέει "Μία κοντή,ξεροψημένη,με σουσάμι για τον ψηλό κύριο με το παλτόοοοοοοο".Και όλοι με κοιτάνε λες και ψώνισα κάτι εξωπραγματικό.Και να τονίσω πως οι τσιρίδες είναι τέτοιας έντασης και διάρκειας σκοπίμως, για να προκαλέσουν την περιέργεια του κόσμου.Γιατί αν ακούσεις κάποιον να ουρλιάζει έτσι πρωί πρωί, άνθρωπος είσαι,θα πας να δεις ποιον σφάζουν.Μόλις διαπιστώσεις πως όλοι είναι υγιείς θα πεις "Μια που ήρθα δε παίρνω και μια φραντζόλα ψωμί?".
Καταλάβατε λοιπόν?Σας αφήνω τώρα να πάω να επισκεφθώ τις κυρίες φουρνάρισσες.Και σήμερα το δράμα μου θα είναι μεγαλύτερο γιατί έχω να αγοράσω και τυρόπιττα.Ελπίζω να μην ερωτηθώ πάνω σε όλα τα είδη τυρόπιττας που διαθέτει το κατάστημα.
Γειάααααααααααααααααααααααα σαααααααααααααααααααςςςςς

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Ιστορία καθημερινής αδιαφορίας

Και μιας που είχα να γράψω τόσο καιρό ας σας πω και μια ιστορία στα πλαίσια των city stories που μου έκανε τρομερή εντύπωση και ομολογώ πως με συγκίνησε ιδιαίτερα.
Υπάρχει μία μεγάλη διασταύρωση στο Ίλιον, όσοι μένουν κοντά θα τη γνωρίζουν, αυτή του Λακιώτη, στη συμβολή της Λεωφόρου Θηβών και της Παπανδρέου. Καθημερινά διέρχονται εκατοντάδες αυτοκίνητα, έχει το μποτιλιαρισματάκι της, έχει κι ένα παλιοφάναρο που ανάβει μια στο τόσο, τέλος πάντων έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κεντρικής μεγάλης διαστάυρωσης της Αθήνας. Βέβαια από τέτοιο κομβικό σημείο δε θα μπορούσαν να λείψουν και οι κάθε λογής επαίτες·
Ανάπηροι, αλλοδαποί με το γνωστό κοντάρι για τα παρμπρίζ, λουλούδια ή την τελευταία μόδα στα προϊόντα δρόμου, ο τεράστιος αναπτήρας και φυσικά χρήστες ναρκωτικών ουσιών όπου ένας εξ αυτών ήταν ο λόγος της σημερινής μου ανάρτησης.
Απογευματάκι Τρίτης και φυσικά η κίνηση είναι αυξημένη. Περιμένω στο αυτοκίνητο μου, σταματημένος επί της Θηβών με σκοπό να στρίψω αριστερά στην Παπανδρέου με κατεύθυνση προς Πετρούπολη. Και τότε ακούω το συνεχές κορνάρισμα που συναντάται σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Βλέπω το συγκεκριμένο όχημα σταματημένο στην κάθοδο της Παπανδρέου να προσπαθεί να διασχίσει τη Θηβών για να κατευθυνθεί προφανώς προς το κέντρο. Όλες του οι προσπάθειες, τα αναμένα του αλάρμ, τα κορναρίσματά του και τα δειλά του βήματα προς τα εμπρός προκειμένου να τον παρατηρήσουν οι διερχόμενοι και να σταματήσουν, έπεσαν στο κενό. Ξαφνικά ένας εξ αυτών των ανθρώπων που ζητιανεύουν, ένας από αυτούς που με τόση αδιαφορία αντιμετωπίζουμε καθημερινά, ένας άνθρωπος σωματικά και πνευματικά ασθενής και κατεστραμμένος από τα ναρκωτικά είχε το θάρρος να κάτσει στη μέση του δρόμου και να σταματήσει τη κυκλοφορία για να περάσει το όχημα που είχε την ανάγκη. Έπειτα αυτός ο άνθρωπος γύρισε πάλι στο πόστο του, να ζητιανέψει για τη δόση του και να αντιμετωπίσει τα αδιάφορα μάτια των συμπολιτών του.
Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι ένας καθημερινός ήρωας; Δε θα άξιζε μια μεταχείριση διαφορετική; Γιατί μπορεί να είναι ασθενής, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση στάθηκε πιο χρήσιμος στη κοινωνία από εμένα, εσένα και όλους όσοι παρευρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στη διασταύρωση, πιο χρήσιμος ακόμα και από αυτούς που καθόνται στα έδρανα της Βουλής. Αυτός ο χρήσιμος άνθρωπος λοιπόν μπορεί να μην έχει που να μείνει, να μην έχει τι να φάει, μπορεί αύριο να τον δούμε σε κάποιο δρόμο λιπόθυμο, μπορεί μπορεί μπορεί...... Αυτόν το χρήσιμο άνθρωπο θα τον αντιμετωπίσουμε σαν κατακάθι, σαν εγκληματία, σαν δημόσιο κίνδυνο. Και διερωτάμαι· Γιατί ρε γαμώτο;
Τέλος πάντων, γύρισα σπίτι σκεπτόμενος το γεγονός αυτό και η ζωή μου κύλησε έπειτα στους κανονικούς της ρυθμούς. Καθημερινές ιστορίες που σε συγκινούν για δυο λεπτά κι έπειτα ξεχνιούνται μέσα στη δίνη των υποχρεώσεων του καθενός. Και το κακό διαιωνίζεται...Και ο ήρωας αυτός θα μείνει για όλη του τη ζωή αφανής και άγνωστος.
Δεν έχω να πω τίποτε άλλο...Σας αφήνω να σκεφτείτε και να βγάλετε μόνοι σας τα συμπεράσματά σας...